About
Menu

λουτήριον

λουτήριον, cup

λου-τήριον, τό, Dor. λωτήριον Tab.Heracl. 1.184,
  • = λουτήρ, Antiph. 208, IG 2(2).1425.371 (iv B. C.), PLond. 2.193.21 (ii A. D.); λουτήρια μέγιστα A. Fr. 366.
    • II a kind of cup, Epig. 6.

Saved

Recent