λόφη
λόφη, crest
λόφ-η, ἡ,
- = λόφος, crest, D.S. 17.90.
λόφη -ης, ἡ [λόφος ] crest Diod. 17.90.6.
λόφη, ης (ἡ) c. λοφιά, DS. 17, 90.
λόφη, ἡ, = λοφία, Federbusch, DS. 17.90.