λοφάδεια
λοφάδεια· . . αὐχήν, οἷον κατὰ τοῦ αὐχένος, ἢ χωρίον ὃ καλοῦσι Λίβυσσα, Hsch.:
- gloss on κατὰ λοφάδεια which is v.l. for καταλοφάδεια (q.v.) in Od. 10.169.