λουτροδάϊκτος
λουτροδάϊκτος, slain in the bath
λουτροδάϊκτος [ᾰ], ον,
- slain in the bath, A. Ch. 1071 (anap.).
λουτροδάϊκτος -ον [λουτρόν , δαΐζω] killed in the bath Aeschl. Ch. 1071.
λουτρο·δάϊκτος, ος, ον, tué dans le bain, Eschl. Ch. 1071.
Étym. λουτρόν, δαΐζω.
λουτροδάϊκτος, im Bade getötet, Aesch. Ch. 1067.
λουτροδάϊκτος
λουτρο-δάϊκτος, ον
δαΐζω
- slain in the bath, Aesch.