λύριον
λύριον, lyre (dim. of λύρα)
λῠρ-ιον, τό,
- Dim. of λύρα Ar. Ra. 1304, IG 2(2).1388.80:—also λῠρ-ίς, ίδος, ἡ, Hdn.Gr. 1.86.
λύ̆ριον -ου, τό [λύρα ] a small lyre Aristoph. Ran. 1304.
λύριον, ου (τὸ) [ῠ] dim. de λύρα, Ar. Ran. 1304.
λύριον, τό, dim. von λύρα, Ar. Ran. 1304 u. Sp., wie Plut.
λύριον, ου, τό,
Dim. of λύρα, Ar.