Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυρίτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυπηρός
λυπηρῶς
λυπησίλογος
λυπησιλόγος
λυπητέον
λυπητέος
λυπητήριος
λυπητικός
λυπίπονος
λυποτόκος
λυπρόβιος
λυπρόγαιος
λυπρόγεως
λυπρός
λυπρότης
λυπρόχωρος
λυπρῶς
λυπτά
λύρα
Λύρα
Λυραῖος
λυραοιδός
λύρη
λυρίζω
λυρικός
λύριον
λυρίς
λύρισμα
λυρισμός
λυριστής
λυρίτης
Λύρκ(ε)ιος
Λύρκεια
Λύρκειον
Λυρκήϊος
Λυρναῖος
Λυρνησός
Λυρνησσίς
Λυρνησσός
λυρογηθής
λυρόδμητος
λυρόεις
λυροεργός
λυροθελγής
λυρόθεν
λυρόκτιτος
λυροκτυπέω
λυροκτύπης
λυροκτυπία
λυροκτυπίη
λυροκτύπος
λυρόκτυπος
λύρον
λυροπηγός
λυροποιέω
λυροποιητικός
λυροποιΐα
λυροποιϊκή
λυροποιικός
λυροποιϊκός
λυροποιός
…
λυρίτης
Save
LSJ
λυρίτης·
ζῷόν τι ταῖς δρυσὶν ἐντίκτον,
Hsch.
(fort.
δρυΐτης
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}