μέλω
μέλω, μέλω, (poetic) be a concern to (+ dat. of person); (poetic) take care of, care for (+ gen.)
- •to be an object of care or thought, or in act. sense, care for, take an interest in.
- A pres. μέλω: impf. ἔμελον, Ep. μέλον Od. 5.6: fut. μελήσω, Ep. inf. μελησέμεν Il. 10.51: aor. ἐμέλησα: pf. μεμέληκα; also Ep. and Lyr. μέμηλα, Dor. part. μεμᾱλώς dub. in Pi. O. 1.89 (for Ep. forms of Med. v. infr. III.2): almost always 3 sg.and pl., exc. in pres. (v. infr.):—to be an object of care or thought, sts. with a personal subject (not in Att. Prose):
- I πᾶσι δόλοισιν ἀνθρώποισι μέλω by all manner of wiles am I in menʼs thoughts, i.e. am well known to them, Od. 9.20; Ἀργὼ πᾶσι μέλουσα 12.70; μελήσεις ἄφθιτον ἀνθρώποις αἰὲν ἔχων ὄνομα Thgn. 245; Εὐθυμίᾳ μέλων εἴην Pi. Fr. 155; μέλει σφισὶ Καλλιόπα Id. O. 10(11).14; ἵνα θανοῦσα νερτέροισιν μέλω E. Andr. 850 (lyr.); Ἔρως . . οὐρανίδαισι μέλων Id. Tr. 842; μέλων πολλοῖσι AP 5.121 (Diod.); ἡ μέλουσα ἀγέλη Them. Or. 1.10a: pf. part., ἀρεταῖσι μεμαλότας dear to virtue, Pi. O. 1.89 (dub.); μέλεγάρ οἱ [Ὀδυσσεύς] Od. 5.6; τὸν ξεῖνον δὲ ἐῶμεν . . . Τηλεμάχῳ μελέμεν 18.420: but more freq. of things, μή τοι ταῦτα . . . μελόντων let not these things weigh on thy soul, Il. 18.463, Od. 13.362; μηδέ τί οἱ θάνατος μελέτω φρεσί Il. 24.152; σοὶ χρὴ τάδε πάντα μέλειν ʼtis good these things should be a care to thee, 5.490; πόλεμος δʼ ἄνδρεσσι μελήσει 6.492; μελήσουσιν δʼ ἐμοὶ ἵπποι 5.228; ᾧ τόσσα μέμηλε 2.25; οἷς ὕβρις μέμηλε κακή Hes. Op. 238; τοῖσιν . . ἐνὶ φρεσὶν ἄλλα μεμήλει Od. 1.151, cf. Il. 2.614; ὅσα φημὶ μελησέμεν Ἀργείοισι 10.51; ἔλεγε . . κομιδῆς πέρι τὴν ὥρην αὐτῷ μελήσειν Hdt. 8.19; μέλει γὰρ ἀνδρὶ . . τἄξωθεν A. Th. 200; σοὶ χρὴ μέλειν ἐπιστολάς Id. Pr. 3; οὗτος . . δμωσὶν ἂν μέλοι πόνος E. Supp. 939; ἃ τοῖσιν ἀστοῖς ἔμελεν Ar. Ec. 459; τοῖσδε μελήσει γάμος E. El. 1342 (anap.); τοῦτο ἴσασιν ἐμοὶ μεμεληκός X. Ap. 20.
- 2 impers. c. inf., οὐκ ἔμελέν μοι ταῦτα μεταλλῆσαι Od. 16.465; so in A. Ag. 1250, Th. 1.141, etc.; also, μοι ἐμέλησεν ὥστε εἰδέναι X. Cyr. 6.3.19: united with the personal construction, οὗτος μητρὶ κηδεύειν μέλει E. Rh. 983.
- 3 less freq. with a Conj., οὐ μέλειν οἱ ὅτι ἀποθνῄσκει Hdt. 9.72; σοὶ μελέτω ὅκως . . Id. 1.9, cf. X. An. 1.8.13, etc.; ὡς δὲ καλῶς ἕξει . ., ἐμοὶ μελήσει Id. Cyr. 3.2.13; ἐμοὶ τοῦτο μέλει, μὴ . . S. Ph. 1121 (lyr.); οὐ τοσοῦτόν μοι μέλει εἰ . . Lys. 21.12.
- 4 3 sg. is freq. used impers. with the object in gen., and pers. in dat., ᾧ μέλει μάχας to whom there is care for the battle, who careth for it, A. Ch. 946 (lyr.), cf. Ag. 974; ἐμοὶ δʼ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει Id. Pr. 938; θεοῖσιν εἰ δίκης μέλει S. Ph. 1036; Ζηνὶ τῶν σῶν μέλει πόνων E. Heracl. 717; πάνυ μοι τυγχάνει μεμεληκὸς τοῦ ᾄσματος Pl. Prt. 339b; also μέλει μοι περί τινος A. Ch. 780, Ar. Lys. 502, Pl. Alc. 2.150d; μεμέληκέ μοι περὶ αὐτῶν Id. Cra. 428b: less freq. with ὑπέρ, εἴπερ ὑπὲρ τοῦ κοινῇ βελτίστου δεῖ μέλειν ὑμῖν D. 21.37.
- 5 abs., μηδέ σοι μελησάτω A. Pr. 334; οἶμαι θεοῖς τοῖς κάτω μέλειν, οἳ (nisi leg. οἷς) ἠδίκηνται Antipho 1.31.
- 6 freq. with a neg., οὐδέν μοι μέλει I care not, Ar. Ra. 655; μή νυν μελέτω σοι μηδέν Id. Pl. 208; τῷ δʼ οὐδὲν μ. Alex. 178.2; so τί δέ σοι μέλει; Diph. 73.10.
- II μέλον ἔστι periphr. for μέλει, as τοῖσδʼ ἔσται μ. S. OC 653, cf. 1433.
- 2 neut. part. used abs., οὐδὲν ἄρʼ ἐμοῦ μέλον for they took no thought of me, Ar. V. 1288; δῆλον ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι since you care about it, Pl. Ap. 24d; οὐδὲν αὐτῷ μ. τοῦ τοιούτου Id. Phdr. 235a; μ. αὐτοῖς ἰσχυρῶς ὅπῃ τὸ μέλλον ἀποβήσοιτο X. Cyr. 5.2.24; οὔτε σκοπούμεναι οὔτε μ. αὐταῖς ἄλλο ἢ χαρίζεσθαι Pl. Grg. 501b.
- III Med. is used by Poets and in Hp. like Act., μελόμεθα, -ησόμεθα, Hp. Ep. 27; to be an object of care, Ἄρτεμιν ᾇ μελόμεσθα E. Hipp. 60: mostly in 3 sg., ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται Il. 1.523; μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ μελέσθω let it not weigh on thy mind, Od. 10.505; τἀντεῦθεν . . αὐτῷ μελέσθω Λοξίᾳ A. Eu. 61; τἀνθάδʼ ἂν μέλοιτʼ ἐμοί S. El. 1436; γάμους . . σοὶ χρὴ μέλεσθαι E. Ph. 759, etc.; ἰαχὰν μελομέναν νεκροῖς ib. 1302: rarely impers., σοὶ . . μελέσθω φρουρῆσαι S. El. 74; μέλεταί τινί τινος Theoc. 1.53, Orac. ap. Luc. Alex. 24.
- 2 Ep. pf. and plpf. Pass. μέμβλεται, μέμβλετο (fr. μέ-μλ-εται, μέ-μλ-ετο), with pres. and impf. sense, ἦ νύ τοι οὐκέτι πάγχυ μετὰ φρεσὶ μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς (for μέλει); Il. 19.343; μέμβλετο γάρ οἱ τεῖχος (for ἔμελε) 21.516; φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ μέμβλετο Od. 22.12; ᾗσιν ἀοιδὴ μέμβλεται ἐν στήθεσσιν Hes. Th. 61: hence later Ep. formed a pres. μέμβλομαι, 2 pl. μέμβλεσθε A.R. 2.217; 3 pl. μέμβλονται, in act. sense (cf. B. II infr.), μ. πόνοισι Opp. H. 4.77: the regul. pf. and plpf. (with pres. and impf. sense) also occur in later Poets, μεμέληται Opp. C. 1.436; Φοίβῳ μεμελήμεθα AP 10.17 (Antiphil.); μεμέληνται Call. Fr.anon. 119 [not found], Opp. C. 1.349: 2 and 3 plpf. μεμέλησο, -το, AP 5.219 (Agath.), Theoc. 17.46; part. μεμελημένος, α, ον, cared for, πολλοῖς μεμελημέναι ἡρωῖναι Id. 26.36, cf. AP 7.199 (Tymn.): aor. part. Pass. μεληθέν ib. 5.201; cf. βέβλεσθαι.
- B with an object, care for, take an interest in a thing, c. gen., Hom. only in pf. part., μέγα πλούτοιο μεμηλώς busied with, attending to . ., Il. 5.708; μέγα πτολέμοιο μεμηλώς 13.297: later in pres., οὐκ ἔφα τις θεοὺς βροτῶν ἀξιοῦσθαι μέλειν A. Ag. 370 (lyr.); μέλειν μὲν ἡμῶν S. Aj. 689; δεινόν σε . . τικτούσης μέλειν Id. El. 342: later c. dat., care for, μέλω κύρτοις AP 10.10 (Arch.Jun.); θεοῖς μέλοντες Plu. Sull. 7: abs., to be anxious, μέλει . . κέαρ A. Th. 288, cf. Pers. 1049 (both lyr.); μελούσῃ καρδίᾳ E. Rh. 770.
- 2 rarely c. acc., πεντήκοντα βοῶν ἀντάξια ταῦτα μέμηλας thou hast invented, h.Merc. 437 (fort. μέμηδας).
- 3 c. inf., θεοὶ τῶν ἀδίκων μέλουσι (μέλλουσι codd. opt.) καὶ τῶν ὁσίων ἐπᾴειν E. HF 773 (s.v.l.).
- II Med. μέλομαι, care for, take care of, c. gen., A. Th. 177 (lyr.), S. OT 1466, E. Hipp. 109, Heracl. 354 (lyr.), A.R. 1.967; τὰ λοιπά μου μέλου (where τὰ λ. is adverbial) S. OC 1138; μεμελημένοι ἀέθλων Opp. H. 4.101: c. dat., ἐτητυμίῃ μεμελημένος Call. Aet. 3.1.76 [Fr. 75.76 Pf.]; ἱππασίῃ μεμελημένον ἦτορ Q.S. 4.500: c. acc., μέλομαι ῥόδον (prob. l. for μέλπομαι) Anacreont. 53.2: with Preps., μέλεσθαι ἀμφί τι or τινος, A.R. 2.376, 4.491; ἀμφʼ αἰγῶν μεμελημένοι AP 6.221 (Leon.); ἐμέλοντο περὶ σφίσιν A.R. 3.1172: c. inf., μέλομαι . . ἀείδειν Anacr. 65; μελέσθω λαὸς ἐκπονεῖν ἄκη A. Supp. 367, cf. E. Heracl. 96 (lyr.): aor. in same sense, c. gen., τάφου μεληθείς S. Aj. 1184.
1. act. en med.
a. voorwerp van zorg zijn, aan het hart gaan, interesseren,
b. zich bekommeren om, zorgen voor, met gen.; bij Hom. alleen ptc. perf. act.:
2. onpers.
Das med. hat a) dieselbe Bdtg mit dem act., ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται, Il. 1.523, μήτι τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ μελέσθω, nicht mache dir Sorge um einen Wegweiser, Od. 10.505 ; τἀντεῦθεν αὐτῷ μελέσθω Λοξίᾳ, Aesch. Eum. 61 ; vgl. Soph. El. 1436 ; γάμους ἀδελφῆς σοι μελέσθαι, Eur. Phoen. 766 ; sp.D., wie Ap.Rh. 1.839 ; eben so ep. perf. u. plusqpf. μέμβλεται u. μέμβλετο (für μεμέληται, Opp. C. 1.436, Theocr. 17.461, mit Präsensbedeutung, ἦ νύ τοι οὐκέτι πάγχυ μετὰ φρεσὶ μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς, = μέλει, Il. 19.343, μέμβλετο γάρ οἱ τεῖχος, 21.516, φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ μέμβλετο, Od. 22.12 ; vgl. Hes. Th. 61 ; μεμελημένος τινί, Theocr. 26.36 ; a. sp.D., die auch μέμβλομαι wie ein praes. behandeln, οἷσιν μέμβλεσθε κιόντες, Ap.Rh. 2.217 ; μέμβλονται, Opp. H. 4.77. – Auch wie das act. mit dem gen. des Gegenstandes, der Einem am Herzen liegt, μέλεταί μοί τινος, Theocr. 1.53 ; vgl. αἷν μοι μέλεσθαι, Soph. O.R. 1466.
b) in trans. Bdtg, Sorge um Etwas tragen, besorgen, τινός ; so Aesch. μέλεσθε δʼ ἱερῶν δημίων, μελόμενοι δʼ ἀρήξατε, Spt. 160 ; ξυνῇ μελέσθω λαὸς ἐκπονεῖν ἄκη, Suppl. 362 ; der aber auch das act. so konstruiert, οὐκ ἔφα τις θεοὺς βροτῶν ἀξιοῦσθαι μέλειν, Ag. 361, daß die Götter sich nicht um die Sterblichen kümmern wollen, vgl. μέλει, φόβῳ δʼ οὐχ ὑπνώσσει κέαρ, Spt. 269, u. oben den homerischen Gebrauch von μεμηλώς ; τὰ λοιπά μου μέλου δικαίως, Soph. O.C. 1140 ; vgl. Eur. Heracl. 355 ; sp.D., die auch ἀμφʼ αἰγῶν μεμελημένοι sagen, Leon.Alex. 12 (VI.221); der aor. pass. hat aktivische Bdtg, Soph. Aj. 1184, τάφου μεληθείς, für das Grab Sorge tragend ; u. pass., besorgt werden, Ep.adesp. 112 (V.201), τὸ μεληθὲν βάρβιτον.
3 sing. fut. μελήσει Il. 5.430, Il. 6.492, Il. 17.515, Il. 20.137, Il. 23.724 : Od. 1.358, Od. 11.332, 352, Od. 17.601, Od. 21.352.
3 pl. μελήσουσι Il. 5.228, Il. 10.481.
Infin. μελησέμεν Il. 10.51.
3 sing. aor. subj. μελήσῃ Il. 10.282.
3 sing. pf. (in pres. sense) μέμηλε Il. 2.25, 62, Il. 5.876, Il. 9.228, Il. 19.213 : Od. 5.67, Od. 6.65, Od. 12.116.
3 sing. subj. μεμήλῃ Il. 4.353, Il. 9.359.
Pple. μεμηλώς Il. 5.708, Il. 13.297, 469.
3 sing. plupf. (in impf. sense) μεμήλει Il. 2.614 : Od. 1.151.
Mid. 3 sing. fut. μελήσεται Il. 1.523.
3 sing. thematic pf. (in pres. sense) μέμβλεται Il. 19.343.
3 sing. plupf. (in impf. sense) μέμβλετο Il. 21.516 : Od. 22.12.
- 1
In act. and mid., to be an object of care, concern, solicitude, anxiety or interest, to, to concern, be the concern of, to make anxious, interest, trouble : ἐμοί κε ταῦτα μελήσεται (I will make it my care) Il. 1.523, ᾧ τόσσα μέμηλεν (who has so many responsibilities) Il. 2.25= 62, οὔ σφι θαλάσσια ἔργα μεμήλει
614, τά κεν Διὶ μελήσει (the issue is in his hands) Il. 17.515. Cf. Il. 4.353, Il. 5.228, 490, 876, Il. 6.441, 492, Il. 9.228, Il. 10.51, Il. 15.231, Il. 19.213, Il. 21.516, Il. 24.152, etc. : τοῖσιν ἄλλα μεμήλει (they turned to ...) Od. 1.151, μέλε οἱ ἐὼν ἐν δώμασι νύμφης Od. 5.6, μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ μελέσθω Od. 10.505, Ἀργὼ πᾶσι μέλουσα (at whose name all hearts stir, the storied ...) Od. 12.70 (u.l. πασιμέλουσα). Cf. Od. 1.358, Od. 2.304, Od. 4.415 (bethink you of your ...), Od. 6.65, 270, Od. 7.208, Od. 9.20, Od. 13.362, Od. 17.594, Od. 18.421, Od. 22.12, etc.Impers. : οὐκ ἔμελέν μοι ταῦτα μεταλλῆσαι (I cared not to ...) Od. 16.465. Cf. Od. 1.305.
- 2
To be concerned with, busied about.
With genit. : πλούτοιο μεμηλώς Il. 5.708, πτολέμοιο μεμηλώς (his mind set on it) Il. 13.297= 469.
- 1
- 1be of concern to c. dat. μέλει τέ σφισι Καλλιόπα καὶ χάλκεος Ἄρης O. 10.14 χρὴ δʼ ἀγαθὰν ἐλπίδʼ ἀνδρὶ μέλειν I. 8.15 μ]έμᾳλεν πατρὸς νόῳ (hyperdorismum vid. Lobel: μ]έμηλεν Snell: sc. τοιαῦτα, simm.: cf. O. 1.89) Δ. 4. 35. τί ἔρδων φίλος σοί τε, καρτερόβρεντα Κρονίδα, φίλος δὲ Μοίσαις Εὐθυμίᾳ τε μέλων εἴην; (be dear to cf. μελησίμβροτος) fr. 155. 3. [ἀρεταῖσι μεμαλότας υἱούς (byz.: μεμαότας codd.: cf. Δ. 4. 35, Forssman, 69ff.) O. 1.89]
Strong 3199
1. intrans., to be an object of care, be a care; commonly in third pers.: c. dat. pers., Ac 18:17; very freq. impers., I Co 7:21; seq. ὅτι, Mk 4:38, Lk 10:40; c. gen. rei (as freq. in Att.), I Co 9:9; seq. περί, Mt 22:16, Mk 12:14, Jo 10:13 12:6, I Pe 5:7.
2. Trans., in act. and mid., to care for (not in LXX or NT).†
- Aneuter, with perf. μέμηλα, to be an object of care or thought to anyone, c. dat. pers., ἀνθρώποισι μέλω I am a source of care to men, i. e. am well known to them, Od.; so, Ἀργὼ πᾶσι μέλουσα Od.; νερτέροισι μέλω Eur., etc.
- IIμή τοι ταῦτα μελόντων let not these things be a care to thee, Hom.; πόλεμος ἄνδρεσσι μελήσει Il.; ὧι τόσσα μέμηλε to whom so great things are a care, Od., etc.:—an inf. often stands as nom., οὐκ ἔμελέν μοι ταῦτα μεταλλῆσαι Od.
- 2in Attic 3rd sg. is commonly used impers. with the object in gen., and pers. in dat., ὧι μέλει μάχας to whom there is care for the battle, who careth for it, Aesch.; Ζηνὶ τῶν σῶν μέλει πόνων Eur., etc.;—also, μέλει μοι περί τινος Hdt., Attic; ὑπέρ τινος Dem.
- 3absol., with a neg., οὐδέν μοι μέλει I care not, Ar.
- 4μέλον ἔστι periphr. for μέλει, as, ἐστί τι μέλον τινί Soph.; τοῦτο ἴσασιν ἐμοὶ μεμεληκός Xen.:—also absol., μέλον γέ σοι since you have thought about it, Plat.
- IIIMid. is used by Poets like Act., to be an object of care, ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται Il.; τἀνθάδʼ ἂν μέλοιτό μοι what remains should be a care to you, Soph., etc.; rarely impers., μέλεταί μοί τινος Theocr.
- 2in Epic Poets are found perf. and plup. pass. μέμβλεται, μέμβλετο, shortd. for μεμέληται, μεμέλητο, with pres. and imperf. sense, οὐκέτι μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς (for μέλει) Achilles cares no longer for it, Il.; μέμβλετο οἱ τεῖχος (for ἔμελε) the wall was a care to him, Il.:—the regul. perf. occurs in later Poets, Φοίβωι μεμελήμεθα Anth.; 2 and 3rd sg. plup. μεμέλησο, -ητο, Anth., Theocr.
- Btrans., c. gen. of persons, to care for, take care of, take an interest in a thing, πλούτοιο μεμηλώς busied with riches, Il.; πολέμοιο μεμηλώς Il.; θεοὶ τῶν ἀδίκων μέλουσιν Eur.:—absol. to be anxious, μέλει κέαρ Aesch., etc.
- IIMid. μέλομαι, to care for, take care of, c. gen., Trag.; so in aor1 pass., τάφου μεληθείς having provided for the burial, Soph.:—also μεληθέν, as Pass. cared for, Anth.; and perf. part. μεμελημένος, Anth.
-
…ἔσονται ; ἔγωγε. ἴθι δή νυν εἰπὲ τούτοις, τίς αὐτοὺς βελτίους ποιεῖ ; δῆλον γὰρ ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι. τὸν μὲν γὰρ διαφθείροντα ἐξευρών, ὡς φῄς, ἐμέ, εἰσάγεις τουτοισὶ καὶ κατηγορεῖς · τὸν…
Plato, Apology
-
…μὴ ἀγροικότερον ἦν εἰπεῖν, οὐδʼ ὁτιοῦν, τοῦ δὲ μηδὲν ἄδικον μηδʼ ἀνόσιον ἐργάζεσθαι, τούτου δὲ τὸ πᾶν μέλει. ἐμὲ γὰρ ἐκείνη ἡ ἀρχὴ οὐκ ἐξέπληξεν, οὕτως ἰσχυρὰ οὖσα, ὥστε ἄδικόν τι ἐργάσασθαι, ἀλλʼ ἐπειδὴ…
Plato, Apology
-
…τὴν αὐτὴν γνώμην ἐμοὶ ἔχειν, ἵνʼ ἀμφοτέρων ἡμῶν ἀκούσαντες τἀληθῆ ῥᾳδίως ἔγνωτε τὰ δίκαια. ἐπειδὴ δὲ αὐτῷ οὐδὲν μέλει τῶν ὅρκων ὧν ὠμόσατο, πειράσομαι καὶ περὶ ὧν οὗτος ἔψευσται διδάσκειν ὑμᾶς. ἐτόλμησε γὰρ εἰπεῖν ὡς αὐτὸς μὲν…
Lysias, Speeches
-
…οὐκ ἠθέλησας ἀπιέναι ἐνθένδε ἡμῶν προθυμουμένων. ἀλλὰ τί ἡμῖν, ὦ μακάριε Κρίτων, οὕτω τῆς τῶν πολλῶν δόξης μέλει ; οἱ γὰρ ἐπιεικέστατοι, ὧν μᾶλλον ἄξιον φροντίζειν, ἡγήσονται αὐτὰ οὕτω πεπρᾶχθαι ὥσπερ ἂν πραχθῇ. ἀλλʼ ὁρᾷς…
Plato, Crito
-
…, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο μὲν ἤδη δῆλον οὑγὼ ἔλεγον, ὅτι Μελήτῳ τούτων οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πώποτε ἐμέλησεν. ὅμως δὲ δὴ λέγε ἡμῖν, πῶς με φῂς διαφθείρειν, ὦ Μέλητε, τοὺς νεωτέρους ; ἢ δῆλον…
Plato, Apology
-
…, βουλόμενοι ὡς πλείστους ἀναπλῆσαι αἰτιῶν. τότε μέντοι ἐγὼ οὐ λόγῳ ἀλλʼ ἔργῳ αὖ ἐνεδειξάμην ὅτι ἐμοὶ θανάτου μὲν μέλει, εἰ μὴ ἀγροικότερον ἦν εἰπεῖν, οὐδʼ ὁτιοῦν, τοῦ δὲ μηδὲν ἄδικον μηδʼ ἀνόσιον ἐργάζεσθαι, τούτου δὲ…
Plato, Apology
-
…ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται, ῥᾳδίως εἰς ἀγῶνα καθιστὰς ἀνθρώπους, περὶ πραγμάτων προσποιούμενος σπουδάζειν καὶ κήδεσθαι ὧν οὐδὲν τούτῳ πώποτε ἐμέλησεν · ὡς δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, πειράσομαι καὶ ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. καί μοι δεῦρο, ὦ Μέλητε, εἰπέ…
Plato, Apology
-
…Μέλητε, ἱκανῶς ἐπιδείκνυσαι ὅτι οὐδεπώποτε ἐφρόντισας τῶν νέων, καὶ σαφῶς ἀποφαίνεις τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν, ὅτι οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις. ἔτι δὲ ἡμῖν εἰπέ, ὦ πρὸς Διὸς Μέλητε, πότερόν ἐστιν οἰκεῖν ἄμεινον ἐν…
Plato, Apology
-
…ἡμέρᾳ ἠκκλησιάζετε. Θηραμένης δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ τούτων ὑμᾶς αὐτοὺς μάρτυρας παρέξομαι εἶπεν ὅτι οὐδὲν αὐτῷ μέλοι τοῦ ὑμετέρου θορύβου, ἐπειδὴ πολλοὺς μὲν Ἀθηναίων εἰδείη τοὺς τὰ ὅμοια πράττοντας αὑτῷ, δοκοῦντα δὲ Λυσάνδρῳ καὶ Λακεδαιμονίοις…
Lysias, Speeches
-
…, ἢ αὖ πρὸς τὸ ἀποδόσθαι, ὥσπερ χρηματιστὴν ἀλλʼ οὐ ποιμένα. τῇ δὲ ποιμενικῇ οὐ δήπου ἄλλου του μέλει ἢ ἐφʼ ᾧ τέτακται, ὅπως τούτῳ τὸ βέλτιστον ἐκποριεῖ ἐπεὶ τά γε αὑτῆς ὥστʼ εἶναι βελτίστη ἱκανῶς δήπου ἐκπεπόρισται…
Plato, Republic