About Report a problem

Menu

μέλω

μέλω, μέλω, (poetic) be a concern to (+ dat. of person); (poetic) take care of, care for (+ gen.)

μέλω, Med. μέλομαι, used in both voices, either in neut. sense,
  • •to be an object of care or thought, or in act. sense, care for, take an interest in.
  • A pres. μέλω: impf. ἔμελον, Ep. μέλον Od. 5.6: fut. μελήσω, Ep. inf. μελησέμεν Il. 10.51: aor. ἐμέλησα: pf. μεμέληκα; also Ep. and Lyr. μέμηλα, Dor. part. μεμᾱλώς dub. in Pi. O. 1.89 (for Ep. forms of Med. v. infr. III.2): almost always 3 sg.and pl., exc. in pres. (v. infr.):—to be an object of care or thought, sts. with a personal subject (not in Att. Prose):
    • I πᾶσι δόλοισιν ἀνθρώποισι μέλω by all manner of wiles am I in menʼs thoughts, i.e. am well known to them, Od. 9.20; Ἀργὼ πᾶσι μέλουσα 12.70; μελήσεις ἄφθιτον ἀνθρώποις αἰὲν ἔχων ὄνομα Thgn. 245; Εὐθυμίᾳ μέλων εἴην Pi. Fr. 155; μέλει σφισὶ Καλλιόπα Id. O. 10(11).14; ἵνα θανοῦσα νερτέροισιν μέλω E. Andr. 850 (lyr.); Ἔρως . . οὐρανίδαισι μέλων Id. Tr. 842; μέλων πολλοῖσι AP 5.121 (Diod.); ἡ μέλουσα ἀγέλη Them. Or. 1.10a: pf. part., ἀρεταῖσι μεμαλότας dear to virtue, Pi. O. 1.89 (dub.); μέλεγάρ οἱ [Ὀδυσσεύς] Od. 5.6; τὸν ξεῖνον δὲ ἐῶμεν . . . Τηλεμάχῳ μελέμεν 18.420: but more freq. of things, μή τοι ταῦτα . . . μελόντων let not these things weigh on thy soul, Il. 18.463, Od. 13.362; μηδέ τί οἱ θάνατος μελέτω φρεσί Il. 24.152; σοὶ χρὴ τάδε πάντα μέλειν ʼtis good these things should be a care to thee, 5.490; πόλεμος δʼ ἄνδρεσσι μελήσει 6.492; μελήσουσιν δʼ ἐμοὶ ἵπποι 5.228; ᾧ τόσσα μέμηλε 2.25; οἷς ὕβρις μέμηλε κακή Hes. Op. 238; τοῖσιν . . ἐνὶ φρεσὶν ἄλλα μεμήλει Od. 1.151, cf. Il. 2.614; ὅσα φημὶ μελησέμεν Ἀργείοισι 10.51; ἔλεγε . . κομιδῆς πέρι τὴν ὥρην αὐτῷ μελήσειν Hdt. 8.19; μέλει γὰρ ἀνδρὶ . . τἄξωθεν A. Th. 200; σοὶ χρὴ μέλειν ἐπιστολάς Id. Pr. 3; οὗτος . . δμωσὶν ἂν μέλοι πόνος E. Supp. 939; ἃ τοῖσιν ἀστοῖς ἔμελεν Ar. Ec. 459; τοῖσδε μελήσει γάμος E. El. 1342 (anap.); τοῦτο ἴσασιν ἐμοὶ μεμεληκός X. Ap. 20.
      • 2 impers. c. inf., οὐκ ἔμελέν μοι ταῦτα μεταλλῆσαι Od. 16.465; so in A. Ag. 1250, Th. 1.141, etc.; also, μοι ἐμέλησεν ὥστε εἰδέναι X. Cyr. 6.3.19: united with the personal construction, οὗτος μητρὶ κηδεύειν μέλει E. Rh. 983.
      • 3 less freq. with a Conj., οὐ μέλειν οἱ ὅτι ἀποθνῄσκει Hdt. 9.72; σοὶ μελέτω ὅκως . . Id. 1.9, cf. X. An. 1.8.13, etc.; ὡς δὲ καλῶς ἕξει . ., ἐμοὶ μελήσει Id. Cyr. 3.2.13; ἐμοὶ τοῦτο μέλει, μὴ . . S. Ph. 1121 (lyr.); οὐ τοσοῦτόν μοι μέλει εἰ . . Lys. 21.12.
      • 4 3 sg. is freq. used impers. with the object in gen., and pers. in dat., ᾧ μέλει μάχας to whom there is care for the battle, who careth for it, A. Ch. 946 (lyr.), cf. Ag. 974; ἐμοὶ δʼ ἔλασσον Ζηνὸς ἢ μηδὲν μέλει Id. Pr. 938; θεοῖσιν εἰ δίκης μέλει S. Ph. 1036; Ζηνὶ τῶν σῶν μέλει πόνων E. Heracl. 717; πάνυ μοι τυγχάνει μεμεληκὸς τοῦ ᾄσματος Pl. Prt. 339b; also μέλει μοι περί τινος A. Ch. 780, Ar. Lys. 502, Pl. Alc. 2.150d; μεμέληκέ μοι περὶ αὐτῶν Id. Cra. 428b: less freq. with ὑπέρ, εἴπερ ὑπὲρ τοῦ κοινῇ βελτίστου δεῖ μέλειν ὑμῖν D. 21.37.
      • 5 abs., μηδέ σοι μελησάτω A. Pr. 334; οἶμαι θεοῖς τοῖς κάτω μέλειν, οἳ (nisi leg. οἷς) ἠδίκηνται Antipho 1.31.
      • 6 freq. with a neg., οὐδέν μοι μέλει I care not, Ar. Ra. 655; μή νυν μελέτω σοι μηδέν Id. Pl. 208; τῷ δʼ οὐδὲν μ. Alex. 178.2; so τί δέ σοι μέλει; Diph. 73.10.
    • II μέλον ἔστι periphr. for μέλει, as τοῖσδʼ ἔσται μ. S. OC 653, cf. 1433.
      • 2 neut. part. used abs., οὐδὲν ἄρʼ ἐμοῦ μέλον for they took no thought of me, Ar. V. 1288; δῆλον ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι since you care about it, Pl. Ap. 24d; οὐδὲν αὐτῷ μ. τοῦ τοιούτου Id. Phdr. 235a; μ. αὐτοῖς ἰσχυρῶς ὅπῃ τὸ μέλλον ἀποβήσοιτο X. Cyr. 5.2.24; οὔτε σκοπούμεναι οὔτε μ. αὐταῖς ἄλλο ἢ χαρίζεσθαι Pl. Grg. 501b.
    • III Med. is used by Poets and in Hp. like Act., μελόμεθα, -ησόμεθα, Hp. Ep. 27; to be an object of care, Ἄρτεμιν ᾇ μελόμεσθα E. Hipp. 60: mostly in 3 sg., ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται Il. 1.523; μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ μελέσθω let it not weigh on thy mind, Od. 10.505; τἀντεῦθεν . . αὐτῷ μελέσθω Λοξίᾳ A. Eu. 61; τἀνθάδʼ ἂν μέλοιτʼ ἐμοί S. El. 1436; γάμους . . σοὶ χρὴ μέλεσθαι E. Ph. 759, etc.; ἰαχὰν μελομέναν νεκροῖς ib. 1302: rarely impers., σοὶ . . μελέσθω φρουρῆσαι S. El. 74; μέλεταί τινί τινος Theoc. 1.53, Orac. ap. Luc. Alex. 24.
      • 2 Ep. pf. and plpf. Pass. μέμβλεται, μέμβλετο (fr. μέ-μλ-εται, μέ-μλ-ετο), with pres. and impf. sense, ἦ νύ τοι οὐκέτι πάγχυ μετὰ φρεσὶ μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς (for μέλει); Il. 19.343; μέμβλετο γάρ οἱ τεῖχος (for ἔμελε) 21.516; φόνος δέ οἱ οὐκ ἐνὶ θυμῷ μέμβλετο Od. 22.12; ᾗσιν ἀοιδὴ μέμβλεται ἐν στήθεσσιν Hes. Th. 61: hence later Ep. formed a pres. μέμβλομαι, 2 pl. μέμβλεσθε A.R. 2.217; 3 pl. μέμβλονται, in act. sense (cf. B. II infr.), μ. πόνοισι Opp. H. 4.77: the regul. pf. and plpf. (with pres. and impf. sense) also occur in later Poets, μεμέληται Opp. C. 1.436; Φοίβῳ μεμελήμεθα AP 10.17 (Antiphil.); μεμέληνται Call. Fr.anon. 119 [not found], Opp. C. 1.349: 2 and 3 plpf. μεμέλησο, -το, AP 5.219 (Agath.), Theoc. 17.46; part. μεμελημένος, α, ον, cared for, πολλοῖς μεμελημέναι ἡρωῖναι Id. 26.36, cf. AP 7.199 (Tymn.): aor. part. Pass. μεληθέν ib. 5.201; cf. βέβλεσθαι.
  • B with an object, care for, take an interest in a thing, c. gen., Hom. only in pf. part., μέγα πλούτοιο μεμηλώς busied with, attending to . ., Il. 5.708; μέγα πτολέμοιο μεμηλώς 13.297: later in pres., οὐκ ἔφα τις θεοὺς βροτῶν ἀξιοῦσθαι μέλειν A. Ag. 370 (lyr.); μέλειν μὲν ἡμῶν S. Aj. 689; δεινόν σε . . τικτούσης μέλειν Id. El. 342: later c. dat., care for, μέλω κύρτοις AP 10.10 (Arch.Jun.); θεοῖς μέλοντες Plu. Sull. 7: abs., to be anxious, μέλει . . κέαρ A. Th. 288, cf. Pers. 1049 (both lyr.); μελούσῃ καρδίᾳ E. Rh. 770.
      • 2 rarely c. acc., πεντήκοντα βοῶν ἀντάξια ταῦτα μέμηλας thou hast invented, h.Merc. 437 (fort. μέμηδας).
      • 3 c. inf., θεοὶ τῶν ἀδίκων μέλουσι (μέλλουσι codd. opt.) καὶ τῶν ὁσίων ἐπᾴειν E. HF 773 (s.v.l.).
    • II Med. μέλομαι, care for, take care of, c. gen., A. Th. 177 (lyr.), S. OT 1466, E. Hipp. 109, Heracl. 354 (lyr.), A.R. 1.967; τὰ λοιπά μου μέλου (where τὰ λ. is adverbial) S. OC 1138; μεμελημένοι ἀέθλων Opp. H. 4.101: c. dat., ἐτητυμίῃ μεμελημένος Call. Aet. 3.1.76 [Fr. 75.76 Pf.]; ἱππασίῃ μεμελημένον ἦτορ Q.S. 4.500: c. acc., μέλομαι ῥόδον (prob. l. for μέλπομαι) Anacreont. 53.2: with Preps., μέλεσθαι ἀμφί τι or τινος, A.R. 2.376, 4.491; ἀμφʼ αἰγῶν μεμελημένοι AP 6.221 (Leon.); ἐμέλοντο περὶ σφίσιν A.R. 3.1172: c. inf., μέλομαι . . ἀείδειν Anacr. 65; μελέσθω λαὸς ἐκπονεῖν ἄκη A. Supp. 367, cf. E. Heracl. 96 (lyr.): aor. in same sense, c. gen., τάφου μεληθείς S. Aj. 1184.

Saved

Recent