μελουργός Save LSJ Bailly 2024 Pape μελουργ-ός, όν, = μελοποιός, Man. 4.185. μελουργός, οῦ (ὁ) musicien, chanteur, Man. 4, 185. Étym. μέλος, ἔργον. μελουργός, = μελοποιός, Maneth. 4.185.