μαργαρίς
μαργαρίς, pearl; palm-tree
μαργᾰρ-ίς, ίδος, ἡ,
- a kind of palm-tree, Plin. HN 13.42.
- II v. μαργαρίτης 1.
μαργαρίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] Hld. 2, 30 ou λίθος μαργαρίς, Philstr. 137, perle ; cf. le suiv.
μαργαρίς, ίδος, ἡ, Sp., wie Philostr. v. Ap. 3.53, = μαργαρίτης, s. Lobeck Parall. 52.