μαργαριτάριον
μαργαριτάριον, small pearl
μαργᾰρ-ῑτάριον, τό,
- small pearl, PHolm. 2.37 (pl.).
μαργαριτάριον, [ῑ], τό, dim. zu μαργαρίτης, Sp.
μαργαριτάριον, small pearl