Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαστείω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μασσαλία
Μασσαλίηθεν
Μασσαλιήτης
Μασσαλιώτης
Μασσαλιωτικός
Μασσανάσσης
Μασσανοί
μασσάομαι
μάσσεται
μάσσημα
Μάσσης
μάσσησις
μασσητήρ
Μασσινισσᾶς
μᾶσσον
μασσότερον
μάσσω
μάσσων
μάστα
μαστάζω
μασταλίδες
Μαστανάβας
μάσταξ
μασταρίζω
μαστάριον
μασταρύζω
Μάσταυρα
μαστεία
μάστειρα
Μάστειρα
μαστείω
μάστευσις
μαστευτέον
μαστευτής
μαστεύω
μαστήρ
μαστήριος
μάστι
Μαστιανοί
μαστιάω
μαστιγεύς
μαστιγέω
μαστιγία
μαστιγίας
μαστιγιάω
μαστίγιον
μάστιγμα
μαστιγονομέομαι
μαστιγονόμος
μαστιγόπληκτος
μαστιγοφορέω
μαστιγοφόρος
μαστιγόω
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγωτέος
μαστιγωτικός
μαστίδιον
μαστίζω
μαστίκτειρα
μαστικτήρ
…
μαστείω
Save
LSJ
μαστ-είω,
= μαστεύω,
GDI
1570 (Dodona, dub.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}