μαστιάω
μαστιάω,
- = μαστίζω, only in Ep. part. μαστιόων, Hes. Sc. 431.
μαστιάω-ῶ (seul. part. prés. épq. μαστιόων) fouetter, Hés. Sc. 431.
Étym. μάστις.
μαστιάω, = μαστίζω, ὤμους οὐρῇ μαστιόων, Hes. Sc. 431.
μαστιάω,
= μαστίζω, Hes.
only in Epic part. μαστιόων