Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μάστι
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μασσάομαι
μάσσεται
μάσσημα
Μάσσης
μάσσησις
μασσητήρ
Μασσινισσᾶς
μᾶσσον
μασσότερον
μάσσω
μάσσων
μάστα
μαστάζω
μασταλίδες
Μαστανάβας
μάσταξ
μασταρίζω
μαστάριον
μασταρύζω
Μάσταυρα
μαστεία
μάστειρα
Μάστειρα
μαστείω
μάστευσις
μαστευτέον
μαστευτής
μαστεύω
μαστήρ
μαστήριος
μάστι
Μαστιανοί
μαστιάω
μαστιγεύς
μαστιγέω
μαστιγία
μαστιγίας
μαστιγιάω
μαστίγιον
μάστιγμα
μαστιγονομέομαι
μαστιγονόμος
μαστιγόπληκτος
μαστιγοφορέω
μαστιγοφόρος
μαστιγόω
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγωτέος
μαστιγωτικός
μαστίδιον
μαστίζω
μαστίκτειρα
μαστικτήρ
μαστίκτωρ
μάστιν
μάστιξ
μαστίον
μαστιόων
μάστις
μαστίσδοιεν
…
μάστι
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
μάστι,
v.
μάστις
.
μάστι
ep. dat. sing.
van
μάστις.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}