μεγαλόκοτος
μεγᾰλό-κοτος, ον,
- gloss on ζάκοτος, Sch. Pi. Pae. 9.18, EM 407.16. Adv. -τως, gloss on ζαφελῶς, Hsch.
μεγαλόκοτος, sehr zürnend, VLL.