μεγαλοκμής Save LSJ Pape μεγᾰλο-κμής, ῆτος, ὁ, ἡ, gloss on ἀνδροκμῆσι (i. e. *ἁδροκμῆσι), Sch. A. Eu. 248. μεγαλοκμής, ῆτος, Erkl. von ἀνδροκμής beim Schol. Aesch. Eum. 243.