μεγαλόκρακτος
μεγαλόκρακτος, loud-screaming
μεγᾰλό-κρακτος, ον,
- loud-screaming, gloss on ἐρικλάγκτας, Sch. Pi. P. 12.38.
μεγαλόκρακτος, = μεγαλοκράκτης.
μεγαλόκρακτος, loud-screaming