Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεγαλόχλωρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεγαλοτράχηλος
μεγαλουργέω
μεγαλούργημα
μεγαλουργής
μεγαλουργία
μεγαλουργικός
μεγαλουργός
μεγαλουχία
μεγαλοῦχος
μεγαλοφανής
Μεγαλοφάνης
μεγαλοφαρής
μεγαλοφεγγής
μεγαλόφθαλμος
μεγαλόφιλος
μεγαλόφλεβος
μεγαλόφορτος
μεγαλοφρονέω
μεγαλοφρόνως
μεγαλοφροσύνη
μεγαλόφρων
μεγαλοφυής
μεγαλοφυΐα
μεγαλόφυλλος
μεγαλοφυῶς
μεγαλοφωνέω
μεγαλοφωνία
μεγαλόφωνος
μεγαλόχαρτος
μεγαλοχάσμων
μεγαλόχλωρος
μεγαλοψόφητος
μεγαλόψοφος
μεγαλοψυχέω
μεγαλοψυχία
μεγαλόψυχος
μεγαλοψύχως
μεγαλύνω
μεγαλυσμός
μεγαλώδυνος
μεγάλωμα
μεγαλώνυμος
Μεγαλώνυμος
μεγαλωνύμως
μεγαλωπός
μεγάλως
μεγαλωστί
μεγαλωσύνη
μεγαλωφελής
Μεγαμηδείδης
Μεγαμηδεΐδης
μεγάμυκος
μεγάνωρ
Μεγάπανος
μεγαπενθής
Μεγαπένθης
Μεγαπόλη
Μέγαρα
Μεγάρα
Μέγαράδε
Μεγαρεύς
…
μεγαλόχλωρος
Save
Pape
μεγαλόχλωρος
,
f.l.
für μελάνωχρος od. μελανόχρους, bei Polem.
Physiogn
. 1.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}