μεγαλουργός Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μεγαλουργός, v. μεγαλοεργός. μεγαλουργός -όν [μέγας, ἔργον] ambitieus; n. subst. τὸ μεγαλουργόν ambitie. μεγαλουργός, = μεγαλουργής, Plut. Caes. 58 u. a.Sp.