μεθυδριάς
μεθυδριάς, a water-nymph
μεθ-υδριάς, άδος, ἡ, (ὕδωρ) νύμφη,
- = ὑδριάς, water-nymph, APl. 16.226 (pl., Alc.).
μεθ·υδριάς, άδος (ἡ) nymphe des eaux, A. Pl. 226.
Étym. μετά, ὕδωρ.
μεθυδριάς, άδος, ἡ, Wassernymphe, Νύμφαι, Alc. 12 (Plan. 226).
μεθυδριάς
μεθ-υδριάς, άδος,
ὕδωρ
- a water-nymph, Anth.