μεθυδότης
μεθῠδότης, ου, ὁ,
- = μεθυδώτης, Jul. Mis. 359c, EM 575.46.
μεθυ·δότης, ου (ὁ) [ῠ] c. μεθυδώτης, EM. vo μεθυμναῖος.
μεθυδότης, ὁ, Beiname des Dionysus, der Weingeber, EM. 575.46, s. μεθυδώτης.