Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεθυποστρέψιμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεθόπιον
μεθόπωρον
μεθορία
μεθορίζω
μεθόριον
μεθόριος
μεθορκόω
μεθορμάομαι
μεθορμάω
μεθορμέω
μεθορμίζω
μέθυ
μεθυδότης
μεθυδριάς
μεθυδρίδες
Μεθυδριεῖς
Μεθυδριεύς
Μεθύδριον
μεθυδώτης
μεθυμναῖος
μεθύμνιον
μεθυπαλλαγή
μεθύπαρξις
μεθυπάρχω
μεθυπέρβατος
μεθυπερβατῶς
μεθυπῖδαξ
μεθυπλανής
μεθυπλήξ
μεθυποδέομαι
μεθυποστρέψιμος
μεθυπόστρωσις
μεθυποχώρησις
μεθύσης
μεθύσιον
μέθυσις
μεθύσκω
μέθυσμα
μεθυσοκότταβος
μέθυσος
μεθυσοχάρυβδις
μεθυστάς
μεθύστερος
μεθυστής
μεθυστικός
μεθύστρια
μεθυσφαλέω
μεθυσφαλής
μεθυτρόφος
μεθυχάρμων
μεθύω
μεθῶμεν
Μεθωναῖος
Μεθώνη
μεθ’
μειαγωγέω
μειαγωγία
μειαγωγός
μεῖγμα
μείγνυμι
μειδάμων
…
μεθυποστρέψιμος
Save
LSJ
μεθυπο-στρέψιμος, ον,
gloss on παλινόστιμος, Sch.
Opp.
H.
1.616.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}