Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μειλιχώδης
μειλιχώδης, gentle
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μειλικτήριος
μειλικτικός
μειλικτός
μείλικτρα
μείλικτρον
μειλίνεος
μειλινόεις
Μειλινόη
μείλινος
μείλιξις
μείλιον
μειλίσσω
μειλίχη
μειλιχία
μειλίχια
μειλιχιεῖον
μειλιχίη
μειλίχιος
μειλιχίως
μείλιχμα
μειλιχόβουλος
μειλιχόγηρυς
μειλιχόδωρος
μειλιχόθυμος
μειλιχόμειδε
μειλιχόμειδος
μειλιχόμητις
μειλιχόμυθος
μείλιχος
μειλιχόφωνος
μειλιχώδης
μειλίχως
μεῖνα
μεῖναι
Μείνιος
μειξ
μεῖξαι
μεῖξις
μεῖον
μειονεκτέω
μειονέκτημα
μειονέκτης
μειονεκτικός
μειονεξία
μειόνως
μειοπυρεξία
μειότερος
μειότης
μειουρία
μειουρίζω
μείουρος
μειόφρων
μειόω
μειρακεύομαι
μειρακίδιον
μειρακιεία
μειρακιεξαπάτης
μειρακιεύομαι
μειρακίζομαι
μειρακικός
μειράκιον
…
μειλιχώδης
Save
μειλιχώδης, gentle
LSJ
μειλῐχώδης, ες,
gentle,
τὸ μ.
Cerc.
18.10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}