Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μειονέκτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μειλίσσω
μειλίχη
μειλιχία
μειλίχια
μειλιχιεῖον
μειλιχίη
μειλίχιος
μειλιχίως
μείλιχμα
μειλιχόβουλος
μειλιχόγηρυς
μειλιχόδωρος
μειλιχόθυμος
μειλιχόμειδε
μειλιχόμειδος
μειλιχόμητις
μειλιχόμυθος
μείλιχος
μειλιχόφωνος
μειλιχώδης
μειλίχως
μεῖνα
μεῖναι
Μείνιος
μειξ
μεῖξαι
μεῖξις
μεῖον
μειονεκτέω
μειονέκτημα
μειονέκτης
μειονεκτικός
μειονεξία
μειόνως
μειοπυρεξία
μειότερος
μειότης
μειουρία
μειουρίζω
μείουρος
μειόφρων
μειόω
μειρακεύομαι
μειρακίδιον
μειρακιεία
μειρακιεξαπάτης
μειρακιεύομαι
μειρακίζομαι
μειρακικός
μειράκιον
μειρακιόομαι
μειρακίσκη
μειρακίσκιον
μειρακίσκος
μειρακιώδης
μειρακιωδία
μειρακιωδῶς
Μειρακοφίλη
μειρακυλλίδιον
μειρακύλλιον
μεῖραξ
…
μειονέκτης
Save
Pape
μειονέκτης
, ὁ,
der weniger hat, zu kurz kommt, im Nachteil ist
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}