μειρακεύομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape μειρᾰκεύομαι, v.l. for μειρακιεύομαι, Alciphr. 2.2. μειρακεύομαι [ᾰ] c. μειρακιεύομαι, Alciphr. 2, 2. μειρακεύομαι, = μειρακιεύομαι, Sp., wie Alciphr. 2.2, zw.