μειρακίζομαι Save Bailly 2024 Pape μειρακίζομαι (ao. 3 pl. ἐμειρακίσαντο) [ᾰ] c. μειρακεύομαι, Arr. An. 4, 13, 1 dout. μειρακίζομαι, ein Knabe werden, aus den Kinderjahren in die Knabenjahre kommen, ὅσοι εἰς ἡλικίαν ἐμειρακίσαντο, Arr. An. 4.13.1.