Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεσεγγύησις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεσαμβρίη
Μεσαμβρίη
μεσαμβρινός
μεσαμέριος
μεσάντιον
μεσανύκτιον
μεσαραϊκός
μεσάραιον
μεσάραιος
μεσασμός
μεσάστυλον
Μεσάτη
μεσάτιον
μεσάτιος
μέσατος
μεσαύλη
μεσαυλικόν
μεσαυλικὸν κροῦμα
μεσαύλιον
μεσαύλιος
Μεσαύλιος
μέσαυλον
μέσαυλος
μεσαύχην
μεσαφέτης
μέσδων
μεσεγγυάω
μεσεγγυέω
μεσεγγύη
μεσεγγύημα
μεσεγγύησις
μεσεγγυητής
μεσεγγυόομαι
μεσέγγυος
μεσεγγύωμα
μεσειδιόω
μεσεμβάλλω
μεσεμβολέω
μεσεμβόλημα
μεσεμβόλησις
μεσεμβολία
μεσέμβολος
μεσεντέριον
μεσέρκειος
μεσέρκιος
μεσευθύς
μεσεύς
μεσεῦσα
μεσεύω
μεσέω
μέση
μεσήγεως
μεσηγύ
μεσηγυδορποχέστης
μεσηγύς
μεσήεις
μεσῆλιξ
μεσημβρία
Μεσημβρία
μεσημβριάζω
μεσημβριάς
…
μεσεγγύησις
Save
Pape
μεσεγγύησις
, ἡ,
das Niederlegen eines Pfandes bei einer Mittelsperson
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}