μεσεγγύωμα Save LSJ Bailly 2024 Pape μεσεγγῠ-ωμα, ατος, τό, = μεσεγγύημα, v.l. in Isoc. 12.13. μεσεγγύωμα, ατος (τὸ) c. μεσεγγύημα, Isocr. 235c. μεσεγγύωμα, τό, s. μεσεγγύημα.