μεσάραιον
μεσ-άραιον (sc. δέρμα), τό,
- = μεσεντέριον, Gal. 2.561, Ruf. Anat. 50: pl., Steph. in Hp. 1.134 D.:—hence Adj. μεσ-αραϊκαὶ φλέβες ib. 139 D.
μεσ·άραιον, ου (τὸ) mésentère, membrane intestinale, A. Tr. 12, p. 221 ; Gal. 2, 296, etc.
Étym. μέσος, ἀραιά.
μεσάραιον, τό, = μεσεντέριον, das Gekröse, sp. Medic., auch adj. μεσαραϊκός.