μετακεντρίζω
μετακεντρίζω, transplant
μετακεντρίζω,
- transplant, metaph., πόθον πρὸς τὸν ἀληθῆ θεόν Anon. Prog. in Rh. 1.643 W.
μετα·κεντρίζω, transplanter, Rhét. 1, 643 W.