μετακαινίζω
μετακαινίζω, to model anew
μετακαινίζω,
- model anew, AP 7.411 (Diosc.).
μετα·καινίζω, renouveler, Anth. 7, 411.
μετακαινίζω, umgestalten, μετεκαίνισεν τὰ κατὰ σκηνὴν αἰσχύλος, Diosc. 17 (VII.411).
μετακαινίζω
- to model anew, Anth.