μετακινητέος
μετακινητέος, to be removed
μετακῑν-ητέος, α, ον,
- to be removed, Luc. Cont. 5.
μετακινητέος, α, ον [ῑ] vb. de μετακινέω, Luc. Char. 5.
μετακινητέος
from μετακῑνέω
μετακῑνητέος, α, ον
verb. adj.
- to be removed, Luc.