μετεωροσύνη Save LSJ Bailly 2024 Pape μετεωροσύνη, ἡ, poet. for μετεωρία, Man. 4.436. μετεωροσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. μετεωρολογία, Man. 4, 436. μετεωροσύνη, ἡ, = μετεωρία, Maneth. 4.436.