μετεωρότης
μετεωρότης, sublimity
μετεωρότης, ητος, ἡ,
- sublimity, Corn. ND 20.
μετεωρότης, ητος (ἡ) état de celui qui est μετέωρος, Corn. 110.
μετεωρότης, ητος, ἡ, = μετεωροσύνη, Cornut.
μετεωρότης, sublimity