About Report a problem

Menu

μετωπίδιος

μετωπίδιος, on the forehead

μετωπ-ίδιος, ον,
  • = μετωπιαῖος, ἱδρώς Hp. Mul. 2.171 (cj. for -ιδαῖος; v.l. περιμετωπίδιος) ; πλέγμα AP 9.543 (Phil.).

Saved

Recent