μετωπίδιος
μετωπίδιος, on the forehead
μετωπ-ίδιος, ον,
- = μετωπιαῖος, ἱδρώς Hp. Mul. 2.171 (cj. for -ιδαῖος; v.l. περιμετωπίδιος) ; πλέγμα AP 9.543 (Phil.).
μετωπίδιος, ος, ον [ῐδ] du front, Hpc. 663, 23, Anth. 9, 543.
Étym. μέτωπον.
μετωπίδιος, = μετωπιαῖος ; ἱδρώς, Hipp.; πλέγμα, Philp. 62 (IX.543).
μετωπίδιος, ον
μέτωπον
- on the forehead, Anth.