μετωπίς Save μετωπίς, head-bandage LSJ Pape μετωπ-ίς, ίδος, ἡ, head-bandage, Hsch. μετωπίς, ίδος, ἡ, Stirnband, nach Hesych. ἰατρικὸν ἐπίδεσμον.