Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετωπικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετριοφροσύνη
μετριόφρων
μετριόω
μέτρισμα
μετρίως
μετροειδής
μετρόκροτος
μετρολογία
μέτρον
μετρονόμοι
μετρονόμος
μετροποιέω
μετροποιΐα
μετροσύνθετος
μέττα
μέττον
Μέτων
μετωνυμία
μετωνυμικός
μετωνυμικῶς
μετώνυμος
Μέτωπα
Μετώπα
μετωπαδόν
Μετώπη
μετωπηδόν
μετωπιαῖος
μετωπίας
μετωπιδαῖος
μετωπίδιος
μετωπικός
μετώπιον
μετώπιος
μετωπίς
μέτωπον
μετωποσκόπος
μετωποσώφρων
μεῦ
μευ
Μεχείρ
μέχρι
μέχριπερ
μέχρις
μή
μὴ ἀλλά
μὴ γάρ
μὴ δή
μὴ ἴναἀλλά
μή κοτε
μὴ ὅπως
μὴ ὅπως … ἀλλά
μὴ ὅτι
μὴ ὅτι … ἀλλά
μὴ οὐ
μὴ οὐκ
μὴ πολλάκις
μή που
μὴ πώποτε
μήγε
μηγενη
Μήδα
…
μετωπικός
Save
LSJ
μετωπ-ικός, ή, όν, = foreg.,
Heliod.
ap.
Orib.
48.27.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}