Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέτρισμα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
μέτριον
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
μετριοπαθῶς
μετριόπλουτος
μετριοποσία
μετριοπότης
μετριοποτίστατος
μέτριος
μετριόσιτος
μετριοσύνη
μετριότης
μετριοφιλής
μετριοφρονέω
μετριοφροσύνη
μετριόφρων
μετριόω
μέτρισμα
μετρίως
μετροειδής
μετρόκροτος
μετρολογία
μέτρον
μετρονόμοι
μετρονόμος
μετροποιέω
μετροποιΐα
μετροσύνθετος
μέττα
μέττον
Μέτων
μετωνυμία
μετωνυμικός
μετωνυμικῶς
μετώνυμος
Μέτωπα
Μετώπα
μετωπαδόν
Μετώπη
μετωπηδόν
μετωπιαῖος
μετωπίας
μετωπιδαῖος
μετωπίδιος
μετωπικός
μετώπιον
μετώπιος
μετωπίς
…
μέτρισμα
Save
Pape
μέτρισμα
, τό, = νόμισμα,
Schol. Ar. Thesm
. 355.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}