Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέττον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
μετριοπαθῶς
μετριόπλουτος
μετριοποσία
μετριοπότης
μετριοποτίστατος
μέτριος
μετριόσιτος
μετριοσύνη
μετριότης
μετριοφιλής
μετριοφρονέω
μετριοφροσύνη
μετριόφρων
μετριόω
μέτρισμα
μετρίως
μετροειδής
μετρόκροτος
μετρολογία
μέτρον
μετρονόμοι
μετρονόμος
μετροποιέω
μετροποιΐα
μετροσύνθετος
μέττα
μέττον
Μέτων
μετωνυμία
μετωνυμικός
μετωνυμικῶς
μετώνυμος
Μέτωπα
Μετώπα
μετωπαδόν
Μετώπη
μετωπηδόν
μετωπιαῖος
μετωπίας
μετωπιδαῖος
μετωπίδιος
μετωπικός
μετώπιον
μετώπιος
μετωπίς
μέτωπον
μετωποσκόπος
μετωποσώφρων
μεῦ
μευ
Μεχείρ
μέχρι
μέχριπερ
μέχρις
μή
μὴ ἀλλά
μὴ γάρ
…
μέττον
Save
LSJ
μέττον·
μεῖζον,
Hsch.
μέττος
, v. μέσος.
μεττρία
, = εὔθυνα,
Id.
; cf.
μαστρεία
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}