μετωνυμικός
μετωνυμικός, of or like metonymy
μετωνῠμ-ικός, ή, όν,
- of or like metonymy, τρόπος EM 460.44. Adv. -κῶς Artem. 5.87, Hsch. s.v. Ἥφαιστος.
μετωνυμικός, ή, όν [ῠ] employé par métonymie, EM. 460, 45.
Étym. μετωνυμία.
μετωνυμικός, ή, όν, zur Metonymie gehörig, metonymisch, Gramm.
• Adv., μετωνυμικῶς λέγεται.
• Adv., μετωνυμικῶς λέγεται.