About Report a problem

Menu

μηδαμῇ

μηδαμῇ, not at all

μηδᾰμ-ῇ, Adv.,
  • = μηδαμοῦ, μ. χάλα A. Pr. 58; = μηδαμά, μὴ φύγητε μ. S. Ph. 789; μὴ προσπαίζοντας μηδαμῇ μηδαμῶς οἰκέταις Pl. Lg. 778a; τοὺς μηδαμῇ μηδαμῶς τοῦ πράγματος ἐγγύς D. 45.38.

Saved

Recent