Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μηλάτας
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μηκοποίησις
μῆκος
μήκοτε
μηκότης
Μηκύβερνα
Μηκυβερναῖος
μήκυνσις
μηκυντέον
μηκυντικός
μηκύνω
μηκυσμός
μήκων
μηκωνάριον
μηκωνάριος
μηκώνειον
μηκώνειος
Μηκώνη
μηκωνίας
μηκωνικός
μηκώνιον
μηκωνίς
μηκωνίτης
μηκωνῖτις
μηκωνοειδής
μηκωνοφόρος
Μήλα
μηλάνθεμον
μηλάνθη
μηλάπιον
μῆλας
μηλάτας
μηλάτης
μηλάτων
μηλαφάω
μηλαφέω
μηλέα
μηλεανορεῖ
μηλέη
μηλείη
μήλειος
μήλη
μηλῆ
Μήλης
Μηλία
Μηλιάδες
μηλιαθμός
Μηλιακὸς κόλπος
Μηλιάς
μηλιαυθμός
Μηλιεύς
μηλίζω
μηλινοειδής
μηλινόεις
Μηλινόη
μήλινος
μηλινόχρους
μήλιον
Μήλιος
μηλίς
Μηλίς
μηλίσκον
…
μηλάτας
Save
Pape
μηλάτας
, ὁ,
der Schäfer
; Eust. 1648.29 ; Hesych.; böotisch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}