μηκυντικός
μηκυντικός, fit for lengthening
μηκυν-τικός, ή, όν,
- fit for lengthening, A.D. Adv. 166.26; τῆς φύσεως τῶν στοιχείων (viz. η, ω) οὔσης μ. Sch.Heph. p.95 C.
μηκυντικός, ή, όν, qui a l’habitude d’allonger (les voyelles) Dysc. Adv. p. 577, 26.
Étym. μηκύνω.
μηκυντικός, gern verlängernd, Apoll.Dysc. adv. 577.28.