μηλάτης
μηλάτης, shepherd
μηλάτης, ου, ὁ,
- shepherd, Eust. 877.50, Zonar.; μηλάταν τὸν ποιμένα Βοιωτοί, and μηλόται· ποιμένες, Hsch.
μηλάτης, shepherd