Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μηκωνάριος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μῆκα
μηκάζω
μηκάομαι
μηκάς
μηκασμός
μηκεδανός
μηκέτι
μηκή
μηκηθμός
μηκητικός
μηκικός
Μηκιονίκη
Μηκιστεύς
Μηκιστηϊάδης
μήκιστος
μηκόθεν
μηκοποιέω
μηκοποίησις
μῆκος
μήκοτε
μηκότης
Μηκύβερνα
Μηκυβερναῖος
μήκυνσις
μηκυντέον
μηκυντικός
μηκύνω
μηκυσμός
μήκων
μηκωνάριον
μηκωνάριος
μηκώνειον
μηκώνειος
Μηκώνη
μηκωνίας
μηκωνικός
μηκώνιον
μηκωνίς
μηκωνίτης
μηκωνῖτις
μηκωνοειδής
μηκωνοφόρος
Μήλα
μηλάνθεμον
μηλάνθη
μηλάπιον
μῆλας
μηλάτας
μηλάτης
μηλάτων
μηλαφάω
μηλαφέω
μηλέα
μηλεανορεῖ
μηλέη
μηλείη
μήλειος
μήλη
μηλῆ
Μήλης
Μηλία
…
μηκωνάριος
Save
Bailly 2024
μηκωνάριος,
α, ον,
c. le suiv.
Damocr.
(
Gal.
14, 130
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}