Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μῆλας
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μηκοποιέω
μηκοποίησις
μῆκος
μήκοτε
μηκότης
Μηκύβερνα
Μηκυβερναῖος
μήκυνσις
μηκυντέον
μηκυντικός
μηκύνω
μηκυσμός
μήκων
μηκωνάριον
μηκωνάριος
μηκώνειον
μηκώνειος
Μηκώνη
μηκωνίας
μηκωνικός
μηκώνιον
μηκωνίς
μηκωνίτης
μηκωνῖτις
μηκωνοειδής
μηκωνοφόρος
Μήλα
μηλάνθεμον
μηλάνθη
μηλάπιον
μῆλας
μηλάτας
μηλάτης
μηλάτων
μηλαφάω
μηλαφέω
μηλέα
μηλεανορεῖ
μηλέη
μηλείη
μήλειος
μήλη
μηλῆ
Μήλης
Μηλία
Μηλιάδες
μηλιαθμός
Μηλιακὸς κόλπος
Μηλιάς
μηλιαυθμός
Μηλιεύς
μηλίζω
μηλινοειδής
μηλινόεις
Μηλινόη
μήλινος
μηλινόχρους
μήλιον
Μήλιος
μηλίς
Μηλίς
…
μῆλας
Save
Bailly 2024
*μῆλας
(
τὸ
)
seul. gén. pl.
μηλάτων,
mouton, brebis,
Lyc.
106
(
v.
μῆλον 2
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}