Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μηκωνάριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μηΐων
μῆκα
μηκάζω
μηκάομαι
μηκάς
μηκασμός
μηκεδανός
μηκέτι
μηκή
μηκηθμός
μηκητικός
μηκικός
Μηκιονίκη
Μηκιστεύς
Μηκιστηϊάδης
μήκιστος
μηκόθεν
μηκοποιέω
μηκοποίησις
μῆκος
μήκοτε
μηκότης
Μηκύβερνα
Μηκυβερναῖος
μήκυνσις
μηκυντέον
μηκυντικός
μηκύνω
μηκυσμός
μήκων
μηκωνάριον
μηκωνάριος
μηκώνειον
μηκώνειος
Μηκώνη
μηκωνίας
μηκωνικός
μηκώνιον
μηκωνίς
μηκωνίτης
μηκωνῖτις
μηκωνοειδής
μηκωνοφόρος
Μήλα
μηλάνθεμον
μηλάνθη
μηλάπιον
μῆλας
μηλάτας
μηλάτης
μηλάτων
μηλαφάω
μηλαφέω
μηλέα
μηλεανορεῖ
μηλέη
μηλείη
μήλειος
μήλη
μηλῆ
Μήλης
…
μηκωνάριον
Save
LSJ
μηκων-άριον, τό, Dim. of foreg.,
Androm.
ap.
Gal.
14.130.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}