About Report a problem

Menu

μηχανητικός

μηχανητικός, resourceful

μηχᾰν-ητικός, ή, όν,
  • = μηχανικός I.1, X. HG 3.1.8 (v.l. μηχανικός): c. gen. rei, μ. τοῦ πολλοὺς φαίνεσθαι τοὺς ὀλίγους ἱππέας Id. Eq.Mag. 5.2.

Saved

Recent