μηχανητικός
μηχανητικός, resourceful
μηχᾰν-ητικός, ή, όν,
- = μηχανικός I.1, X. HG 3.1.8 (v.l. μηχανικός): c. gen. rei, μ. τοῦ πολλοὺς φαίνεσθαι τοὺς ὀλίγους ἱππέας Id. Eq.Mag. 5.2.
μηχανητικός, ή, όν [ᾰ] apte à inventer, inventif, Xén. Eq. 5, 2.
Étym. μηχανάω.
μηχανητικός, in Anwendung von Listen u. Kunstgriffen od. Maschinen erfahren, Xen. Hipp. 5.2, gewandt, schlau.
μηχανητικός
μηχᾰνητικός, ή, όν
= μηχανικός, Xen.