Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μηχανοπανουργία
μηχανοπανουργία, fraud
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μητρῳσμός
μητρωσμός
μηχανάομαι
μηχανάριος
μηχανάω
μηχανέομαι
μηχανεύομαι
μηχανεύς
μηχάνευσις
μηχανεύω
μηχανή
μηχάνημα
μηχάνησις
μηχανητέον
μηχανητέος
μηχανητής
μηχανητικός
μηχανῆτις
μηχανητός
μηχανία
μηχανίη
μηχανικός
μηχανικῶς
μηχανῖτις
Μηχανίων
μηχανιώτης
μηχανογράφος
μηχανοδίφης
μηχανόεις
μηχανοίατο
μηχανοπανουργία
μηχανοποιέω
μηχανοποίημα
μηχανοποιΐα
μηχανοποιός
μηχανορραφέω
μηχανορραφία
μηχανορράφος
μηχανοστάσιον
μηχανοσφαιροποιΐα
μηχανοτευχέω
μηχανουργία
μηχανουργός
μηχανοφόρος
μηχανόων
μηχανόωντ
μηχάνωμα
μῆχαρ
μηχαρίζομαι
μήχι
μῆχος
Μῄων
μθʹ
μία
μιαιγαμία
μιαίνω
μιαιφονέω
μιαιφονία
μιαιφόνος
μιαιφόνως
μίανθεν
…
μηχανοπανουργία
Save
μηχανοπανουργία, fraud
LSJ
μηχᾰνο-πᾰνουργία, ἡ,
fraud,
PMasp.
5.16 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}