μηχανουργός
μηχᾰν-ουργός, ὁ,
- architect, τοῦ δόμου APl. 16.382.
μηχανουργός, ός, όν [ᾰ] qui fabrique des machines, A. Pl. 382.
Étym. μ. ἔργον.
μηχανουργός, = μηχανοποιός, Ep. in athl. stat. 36 (Plan. 382).
μηχανουργός
μηχᾰν-ουργός, όν
ἔργω
= μηχανοποιός, Anth.