μηχανοποίημα
μηχανοποίημα, mechanical construction
μηχᾰνο-ποίημα, ατος, τό,
- mechanical construction, Sallust. 8.
μηχανοποίημα, ατος (τὸ) [χᾰ] machine fabriquée, Sallust. De diis 8.
Étym. μηχανοποιέω.
μηχανοποίημα, τό, die verfertigte Maschine, Sp.